Το Clinical Pilates δεν γίνεται «κλινικό» επειδή χρησιμοποιεί Reformer, επειδή οι ασκήσεις είναι πιο ήπιες ή επειδή πραγματοποιείται μέσα σε ένα φυσικοθεραπευτήριο.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων γύρω από την άσκηση.
Όταν ένα πρόγραμμα εφαρμόζεται μέσα σε κλινικό πλαίσιο, η άσκηση δεν επιλέγεται απλώς επειδή «ταιριάζει» σε μια διάγνωση. Προηγείται αξιολόγηση, καθορίζονται συγκεκριμένοι στόχοι, επιλέγεται η κατάλληλη αρχική επιβάρυνση και στη συνέχεια παρακολουθείται η απόκριση του ατόμου. Αν χρειάζεται, το πρόγραμμα τροποποιείται, εξελίσσεται ή επανασχεδιάζεται.
Αυτό είναι στην πράξη το clinical reasoning: η οργανωμένη διαδικασία με την οποία ο φυσικοθεραπευτής συνδυάζει τις διαθέσιμες επιστημονικές ενδείξεις με την κλινική εικόνα, τις δυνατότητες, τους στόχους και την απόκριση του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Το Pilates αποτελεί το μέσο άσκησης. Το clinical reasoning καθορίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί.
Τι σημαίνει πραγματικά «κλινική επίβλεψη» στο Clinical Pilates;
Η επίβλεψη συχνά ταυτίζεται με τη διόρθωση της τεχνικής: πού βρίσκεται η λεκάνη, πώς κινείται η σπονδυλική στήλη, αν εκτελείται σωστά μια άσκηση ή αν χρειάζεται διαφορετική αντίσταση στο Reformer.
Αυτά μπορεί να έχουν σημασία, αλλά αποτελούν μόνο ένα μέρος της κλινικής διαδικασίας.
Η κλινική επίβλεψη αφορά κυρίως τις αποφάσεις που λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την άσκηση.
Ο φυσικοθεραπευτής χρειάζεται να αναρωτηθεί:
- Ποιος είναι ο στόχος αυτής της άσκησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο;
- Είναι η σημερινή επιβάρυνση επαρκής, υπερβολική ή πολύ μικρή;
- Πώς ανταποκρίνεται κατά την εκτέλεση;
- Τι συμβαίνει στα συμπτώματα και στη λειτουργία του μετά τη συνεδρία;
- Υπάρχει λόγος να αυξηθεί η δυσκολία ή χρειάζεται προσωρινή μείωση του φορτίου;
- Παραμένει κατάλληλη η αρχική στρατηγική ή έχουμε νέες πληροφορίες που απαιτούν αλλαγή;
Με αυτή την έννοια, δύο άνθρωποι μπορούν να κάνουν την ίδια άσκηση Pilates αλλά να ακολουθούν εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα.
Και αντίστροφα, δύο άνθρωποι με την ίδια διάγνωση δεν υπάρχει λόγος να ακολουθούν υποχρεωτικά τις ίδιες ασκήσεις.
Η αξιολόγηση δεν επιλέγει απλώς ασκήσεις — καθορίζει το σημείο εκκίνησης
Η αρχική αξιολόγηση στο Clinical Pilates δεν έχει ως στόχο να βρει μία «λάθος κίνηση», έναν μυ που «δεν ενεργοποιείται» ή μία μοναδική βιομηχανική αιτία που εξηγεί τον πόνο.
Σκοπός της είναι να δημιουργήσει μια όσο το δυνατόν πιο χρήσιμη εικόνα για το από πού μπορεί να ξεκινήσει με ασφάλεια και νόημα η άσκηση.
Ανάλογα με την περίπτωση, εξετάζονται το ιστορικό, η συμπεριφορά των συμπτωμάτων, η λειτουργική ικανότητα, η προηγούμενη εμπειρία με την άσκηση, η συνολική φυσική δραστηριότητα, πιθανοί περιορισμοί ή προφυλάξεις και —πολύ σημαντικά— οι στόχοι του ίδιου του ανθρώπου.
Η διάγνωση δεν είναι πρόγραμμα άσκησης
Μία διάγνωση μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες, αλλά σπάνια καθορίζει από μόνη της την άσκηση.
Δύο άνθρωποι με οσφυαλγία, για παράδειγμα, μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς τη φυσική τους κατάσταση, το επίπεδο δραστηριότητας, την ανοχή στο φορτίο, το ιστορικό των συμπτωμάτων, τον φόβο απέναντι σε συγκεκριμένες κινήσεις και τους στόχους τους.
Ο ένας μπορεί να χρειάζεται σταδιακή επιστροφή σε βασικές κινήσεις και αύξηση της εμπιστοσύνης στην άσκηση. Ο άλλος μπορεί ήδη να είναι αρκετά δραστήριος και να χρειάζεται μεγαλύτερα φορτία και πιο απαιτητική προοδευτικότητα.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η εξατομίκευση δεν πρέπει να σημαίνει απλώς «διαφορετικό πρόγραμμα για κάθε διάγνωση». Σημαίνει ότι η άσκηση προσαρμόζεται στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.
Η βιβλιογραφία για τον χρόνιο μη ειδικό πόνο στη μέση δείχνει ότι η εξατομικευμένη άσκηση μπορεί να προσφέρει ορισμένα πρόσθετα οφέλη έναντι άλλων ενεργών προγραμμάτων, αλλά η βεβαιότητα των δεδομένων δεν είναι τέτοια ώστε να υποστηρίζει ότι η εξατομίκευση είναι πάντοτε ανώτερη.
Επιλογή και δοσολογία: το Clinical Pilates δεν είναι μια σταθερή «συνταγή»
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια άσκηση θα επιλεγεί.
Εξίσου σημαντικό είναι πόση άσκηση, με ποια αντίσταση, σε ποιο εύρος κίνησης, με ποια ταχύτητα, πόσες επαναλήψεις, πόσο συχνά και με ποιο βαθμό δυσκολίας.
Αυτή είναι η έννοια της δοσολογίας της άσκησης.
Στο Pilates η δόση μπορεί να τροποποιηθεί με πολλούς τρόπους: μέσω των ελατηρίων του Reformer, των μοχλοβραχιόνων, του εύρους κίνησης, της θέσης του σώματος, της ταχύτητας, του όγκου, της διάρκειας, της εξωτερικής υποστήριξης ή της πολυπλοκότητας της δραστηριότητας.
Το σημαντικό είναι ότι δεν υπάρχει μία καθολική «σωστή δόση» για κάθε μυοσκελετικό πρόβλημα. Η σύγχρονη βιβλιογραφία για την άσκηση στον μυοσκελετικό πόνο δείχνει σημαντικά κενά στη γνώση μας σχετικά με τις βέλτιστες μεταβλητές συνταγογράφησης, όπως η ένταση, ο όγκος και η συχνότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δοσολογία είναι αυθαίρετη. Σημαίνει ότι χρειάζεται μια λογική αρχική επιλογή και στη συνέχεια προσαρμογή με βάση την πραγματική απόκριση.
Δεν υπάρχει «μαγική» άσκηση
Μία άσκηση δεν είναι θεραπευτική επειδή ανήκει στο Pilates.
Η αξία της εξαρτάται από το τι προσπαθούμε να πετύχουμε, σε ποιον εφαρμόζεται και με ποια δόση.
Σε ανθρώπους με χρόνιο πόνο στη μέση, για παράδειγμα, οι μελέτες δείχνουν ότι το Pilates μπορεί να βελτιώσει τον πόνο και τη λειτουργικότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας ειδικός μηχανισμός του Pilates που το καθιστά απαραίτητα ανώτερο από κάθε άλλη κατάλληλα δομημένη μορφή άσκησης.
Η επιλογή μιας μεθόδου έχει νόημα όταν μπορεί να υπηρετήσει τον συγκεκριμένο στόχο και όταν ο άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει σε αυτή συστηματικά.
Το Reformer είναι εργαλείο, όχι θεραπεία από μόνο του
Το Reformer προσφέρει ένα ιδιαίτερα ευέλικτο περιβάλλον άσκησης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αυξήσει ή να μειώσει την απαίτηση μιας κίνησης, να μεταβάλλει την αντίσταση και την υποστήριξη και να δημιουργήσει διαφορετικές συνθήκες φόρτισης.
Αυτό το κάνει χρήσιμο εργαλείο.
Δεν το κάνει από μόνο του «θεραπευτικό».
Το ίδιο μηχάνημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για fitness, για εκμάθηση μιας νέας κίνησης, για προοδευτική φόρτιση ή για υψηλού επιπέδου άσκηση. Το κλινικό στοιχείο βρίσκεται στον λόγο για τον οποίο επιλέγεται η συγκεκριμένη άσκηση και στον τρόπο που εντάσσεται σε ένα συνολικό πλάνο.
Response to exercise: η απόκριση στην άσκηση είναι μέρος της αξιολόγησης
Η αξιολόγηση δεν τελειώνει πριν από την πρώτη συνεδρία.
Κάθε συνεδρία παράγει νέες πληροφορίες.
Κατά τη διάρκεια της άσκησης μπορεί να παρακολουθείται η εμφάνιση συμπτωμάτων, η κόπωση, η ποιότητα και η ανοχή της κίνησης, η αντιλαμβανόμενη προσπάθεια, η αυτοπεποίθηση και η δυνατότητα εκτέλεσης της δραστηριότητας.
Αλλά εξίσου σημαντικό είναι τι συμβαίνει μετά.
Πώς ήταν ο άνθρωπος αργότερα μέσα στην ημέρα; Την επόμενη ημέρα; Μπόρεσε να συνεχίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες; Ήταν η αντίδραση αναμενόμενη και διαχειρίσιμη ή υπερβολική σε σχέση με το stimulus που δόθηκε;
Αυτό είναι το response to exercise και αποτελεί βασική πληροφορία για την επόμενη κλινική απόφαση.
Αν πονέσω στην άσκηση, σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσω;
Όχι απαραίτητα.
Η παρουσία πόνου κατά την άσκηση δεν αποτελεί από μόνη της αξιόπιστη ένδειξη ότι προκαλείται νέα βλάβη. Από την άλλη πλευρά, ούτε είναι σωστό να αντιμετωπίζεται κάθε πόνος ως αδιάφορος.
Το νόημα εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο, το είδος και την ένταση των συμπτωμάτων, τη διάρκεια της αντίδρασης, το ιστορικό και το πώς επηρεάζεται συνολικά η λειτουργία.
Γι’ αυτό η σύγχρονη προσέγγιση δεν χρειάζεται να κινείται ανάμεσα σε δύο απόλυτους κανόνες —«ποτέ άσκηση με πόνο» ή «ο πόνος δεν έχει σημασία»— αλλά να χρησιμοποιεί την απόκριση ως πληροφορία για την επόμενη απόφαση.
Τι γίνεται όταν υπάρχει flare-up;
Μια προσωρινή αύξηση των συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η άσκηση προκάλεσε νέα βλάβη ή ότι το πρόγραμμα «απέτυχε».
Μπορεί όμως να σημαίνει ότι η συνολική επιβάρυνση χρειάζεται επανεκτίμηση.
Σε ένα flare-up ο στόχος δεν είναι απλώς να αντικαταστήσουμε όλες τις ασκήσεις με «εύκολες».
Μπορεί να χρειαστεί να τροποποιηθεί η αντίσταση, ο όγκος, το εύρος κίνησης, η συχνότητα, η επιλογή των ασκήσεων ή η συνολική δραστηριότητα για ένα χρονικό διάστημα. Σε άλλες περιπτώσεις, η αντίδραση μπορεί να υποδεικνύει ότι χρειάζεται πιο ουσιαστική επαναξιολόγηση αντί για απλή αλλαγή του προγράμματος.
Δεν υπάρχει ένας καθολικός κανόνας του τύπου «τόσος πόνος για τόσες ώρες είναι αποδεκτός». Η συμπεριφορά των συμπτωμάτων πρέπει να αξιολογείται μαζί με τη λειτουργία, την ανοχή στη δραστηριότητα και τη συνολική κλινική εικόνα.
Η κλινική επίβλεψη δεν αφορά μόνο την κίνηση αλλά και το πώς μαθαίνεται η άσκηση
Η άσκηση δεν είναι αποκλειστικά μηχανική διαδικασία.
Μαθαίνουμε νέες κινήσεις, τροποποιούμε ήδη γνωστές, χρησιμοποιούμε αισθητηριακές πληροφορίες, προσέχουμε διαφορετικές πλευρές μιας δραστηριότητας και σταδιακά αποκτούμε μεγαλύτερη ικανότητα να ρυθμίζουμε μόνοι μας την προσπάθεια.
Εδώ η έρευνα από το motor learning και τη γνωστική νευροεπιστήμη προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρόσθετο πλαίσιο.
Περισσότερες οδηγίες δεν σημαίνουν πάντοτε καλύτερη μάθηση
Ο φυσικοθεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιεί λεκτικές οδηγίες, οπτική επίδειξη, απτική καθοδήγηση ή αλλαγές στο περιβάλλον της άσκησης. Το σημαντικό όμως δεν είναι να παρέχει συνεχώς περισσότερη πληροφορία.
Ο τρόπος με τον οποίο κατευθύνεται η προσοχή μπορεί να επηρεάσει την εκτέλεση και τη μάθηση μιας κίνησης. Η βιβλιογραφία του motor learning δείχνει ότι σε αρκετές κινητικές δεξιότητες ένας εξωτερικός προσανατολισμός της προσοχής —προς το αποτέλεσμα της κίνησης και όχι στη συνεχή συνειδητή παρακολούθηση κάθε μέρους του σώματος— μπορεί να διευκολύνει την απόδοση και τη μάθηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εσωτερικές οδηγίες είναι πάντα λανθασμένες ή ότι τα δεδομένα από το motor learning μεταφέρονται αυτούσια σε κάθε πληθυσμό αποκατάστασης. Σημαίνει όμως ότι η συνεχής προσπάθεια να ελέγχουμε συνειδητά κάθε άρθρωση και κάθε μυ δεν αποτελεί απαραίτητα τον τελικό στόχο.
Σε ένα καλό πρόγραμμα, το feedback πρέπει σταδιακά να υπηρετεί τη μάθηση και όχι να δημιουργεί ανάγκη για μόνιμη εξωτερική καθοδήγηση.
Από το «φοβάμαι να το κάνω» στο «μπορώ να το διαχειριστώ»
Εξίσου σημαντική είναι η self-efficacy: η αντίληψη που έχει κάποιος ότι μπορεί να πραγματοποιήσει μια δραστηριότητα και να διαχειριστεί τις απαιτήσεις ή τα συμπτώματα που μπορεί να τη συνοδεύουν.
Για έναν άνθρωπο που έχει πονέσει επανειλημμένα σε μια κίνηση, μια επιτυχημένη εμπειρία άσκησης μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την απλή ολοκλήρωση ορισμένων επαναλήψεων.
Η σταδιακή έκθεση σε δραστηριότητες που προηγουμένως προκαλούσαν αβεβαιότητα, με κατάλληλη δυσκολία και χωρίς υπερβολική προστασία, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να κινείται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άσκηση είναι ψυχολογική παρέμβαση ούτε ότι ο πόνος «βρίσκεται στο μυαλό». Σημαίνει ότι η συμπεριφορά απέναντι στην κίνηση, η αυτοπεποίθηση, οι προηγούμενες εμπειρίες και οι προσδοκίες αποτελούν πραγματικά στοιχεία της ανθρώπινης προσαρμογής στην άσκηση.
Clinical supervision χωρίς εξάρτηση από τον θεραπευτή
Στον χρόνιο πόνο, το locus of control —δηλαδή σε ποιο βαθμό κάποιος αντιλαμβάνεται ότι έχει ο ίδιος δυνατότητα να επηρεάσει την υγεία και τη λειτουργικότητά του— έχει μελετηθεί ως παράγοντας που μπορεί να σχετίζεται με τα αποτελέσματα της φυσικοθεραπείας.
Περισσότερο internal locus of control έχει συσχετιστεί με καλύτερα αποτελέσματα, χωρίς αυτό να αποδεικνύει ότι αποτελεί από μόνο του την αιτία τους.
Η κλινική επίβλεψη επομένως δεν θα πρέπει να μεταφέρει το μήνυμα:
«Μπορείς να ασκηθείς μόνο όταν κάποιος ειδικός σε διορθώνει».
Ιδανικά συμβαίνει το αντίθετο.
Ο θεραπευτής παρέχει αρχικά όση υποστήριξη χρειάζεται, αλλά σταδιακά ο ασκούμενος κατανοεί καλύτερα το σώμα του, αναγνωρίζει την προσπάθεια, μαθαίνει να προσαρμόζει την άσκηση και αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία.
Η καθοδήγηση έχει νόημα όταν τελικά χρειάζεται λιγότερη καθοδήγηση.
Progression: πότε πρέπει το πρόγραμμα να γίνεται πιο απαιτητικό;
Η πρόοδος στο Clinical Pilates δεν είναι η μετάβαση από μια «απλή» άσκηση σε μία εντυπωσιακότερη.
Progression σημαίνει ότι αυξάνουμε σταδιακά τις απαιτήσεις όταν η παρούσα δόση είναι επαρκώς ανεκτή και δεν αποτελεί πλέον το κατάλληλο stimulus για τον στόχο μας.
Ανάλογα με τον άνθρωπο, μπορούμε να μεταβάλουμε την αντίσταση, τον όγκο, το εύρος, την ταχύτητα, τον συντονισμό, την πολυπλοκότητα ή τη συνολική λειτουργική απαίτηση.
Για κάποιον το επόμενο βήμα μπορεί να είναι μεγαλύτερο φορτίο.
Για κάποιον άλλο μπορεί να είναι η εκτέλεση της ίδιας κίνησης με λιγότερη εξωτερική υποστήριξη.
Για έναν τρίτο μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια πραγματική δραστηριότητα έξω από το περιβάλλον του Pilates.
Πρόοδος δεν σημαίνει «τέλεια κίνηση»
Η ποιότητα της κίνησης μπορεί να έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν μαθαίνουμε μια καινούργια δεξιότητα.
Αλλά ο στόχος της αποκατάστασης δεν είναι να δημιουργήσει έναν άνθρωπο που χρειάζεται να σκέφτεται συνεχώς αν κάθε μέρος του σώματός του βρίσκεται στην «ιδανική» θέση.
Το ανθρώπινο κινητικό σύστημα διαθέτει φυσιολογική μεταβλητότητα. Στην καθημερινότητα και στον αθλητισμό κινούμαστε σε πολλές θέσεις, με διαφορετικές ταχύτητες και υπό διαφορετικά φορτία.
Ένα ώριμο πρόγραμμα πρέπει επομένως να προχωρά από τον αρχικό έλεγχο προς μεγαλύτερη ικανότητα, προσαρμοστικότητα και αυτονομία.
Και πότε χρειάζεται regression;
Η προσωρινή μείωση της δυσκολίας δεν είναι αποτυχία.
Μπορεί να είναι η καταλληλότερη απόφαση όταν έχει μεταβληθεί η ανοχή στο φορτίο, η συνολική κόπωση, η υγεία ή η κλινική εικόνα.
Το σημαντικό είναι το regression να έχει λόγο και επόμενο βήμα — όχι να καταλήγει σε μόνιμη αποφυγή της επιβάρυνσης.
Γιατί η επαναξιολόγηση είναι τόσο σημαντική όσο η αρχική αξιολόγηση
Το αρχικό πρόγραμμα δεν είναι τελική συνταγή.
Είναι μια υπόθεση εργασίας.
Με βάση τις πληροφορίες που έχουμε στην αρχή, επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο stimulus. Η αντίδραση σε αυτό το stimulus μάς δίνει νέες πληροφορίες. Αυτές μπορεί να επιβεβαιώσουν την αρχική μας κατεύθυνση ή να δείξουν ότι χρειάζεται αλλαγή.
Έτσι το clinical reasoning λειτουργεί σαν ένας συνεχής κύκλος:
Αξιολόγηση → επιλογή και δοσολογία → άσκηση → παρατήρηση της απόκρισης → προσαρμογή → επαναξιολόγηση → επόμενη απόφαση.

Η επαναξιολόγηση επομένως δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο μετά από έναν προκαθορισμένο αριθμό συνεδριών.
Συμβαίνει διαρκώς σε διαφορετική κλίμακα.
Μπορεί να αφορά τον πόνο, τη λειτουργία, την ανοχή στο φορτίο, την κόπωση, την αυτοπεποίθηση ή την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου.
Και μερικές φορές το σημαντικότερο εύρημα της επαναξιολόγησης είναι ότι αυτό που κάναμε μέχρι τώρα δεν χρειάζεται πλέον.
Continuity of clinical supervision: συνέχεια στη λήψη αποφάσεων
Η αξία της κλινικής συνέχειας δεν βρίσκεται απαραίτητα στο ότι ο ίδιος θεραπευτής πρέπει να βρίσκεται για πάντα δίπλα στον ασκούμενο.
Βρίσκεται στη συνέχεια της πληροφορίας.
Τι κάναμε στην προηγούμενη συνεδρία; Πώς ανταποκρίθηκε ο άνθρωπος; Τι άλλαξε από τότε; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα της τελευταίας αύξησης του φορτίου; Ποιος είναι ο επόμενος στόχος;
Χωρίς αυτή τη συνέχεια, υπάρχει ο κίνδυνος κάθε συνεδρία να αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητο μάθημα.
Με αυτήν, το πρόγραμμα αποκτά κατεύθυνση.
Η βιβλιογραφία δεν μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η συνεχής επίβλεψη από φυσικοθεραπευτή εξασφαλίζει καλύτερα αποτελέσματα για όλους. Η θεραπευτική σχέση και η ποιότητα της συνεργασίας πιθανώς έχουν σημασία, αλλά τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δικαιολογούν απλοϊκές αιτιώδεις διατυπώσεις.
Η πραγματική αξία της συνέχειας είναι ότι επιτρέπει continuity of clinical decision-making.
Και ο μακροπρόθεσμος στόχος παραμένει η μεγαλύτερη ικανότητα και αυτονομία του ανθρώπου, όχι η μόνιμη εξάρτησή του από την επίβλεψη.
Πότε έχει περισσότερο νόημα το Clinical Pilates ;
Δεν χρειάζεται κάθε άνθρωπος που θέλει να κάνει Pilates να βρίσκεται σε κλινικό πρόγραμμα.
Ένας υγιής άνθρωπος που ασκείται χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς και θέλει να κάνει Pilates για φυσική κατάσταση, ευεξία ή επειδή απλώς του αρέσει η μέθοδος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως «ασθενής».
Η κλινική επίβλεψη αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν η λήψη αποφάσεων γύρω από την άσκηση γίνεται πιο σύνθετη.
Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν υπάρχει επίμονος ή υποτροπιάζων πόνος, πρόσφατος τραυματισμός ή χειρουργείο, δυσκολία επιστροφής στην άσκηση, σημαντική αποπροπόνηση, επαναλαμβανόμενα flare-ups, φόβος απέναντι σε συγκεκριμένες κινήσεις ή αβεβαιότητα ως προς το κατάλληλο επίπεδο φόρτισης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποια άσκηση να κάνω;».
Είναι:
Από πού ξεκινώ, πόσο φορτίζω, πώς ξέρω ότι μπορώ να προχωρήσω και τι κάνω αν η απόκριση δεν είναι αυτή που περιμέναμε;
Εκεί βρίσκεται κυρίως ο ρόλος του clinical reasoning.
Πώς εφαρμόζεται το clinical reasoning στο Clinical Pilates της Physio Edge
Στη Physio Edge αντιμετωπίζουμε το Clinical Pilates ως μία μορφή εξατομικευμένης θεραπευτικής άσκησης, όχι ως ένα προκαθορισμένο σύνολο ασκήσεων που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Η διαδικασία ξεκινά από την αξιολόγηση και συνεχίζεται με επιλογή και δοσολογία των κατάλληλων ασκήσεων, παρακολούθηση της απόκρισης, progression ή regression όπου χρειάζεται και επαναξιολόγηση της πορείας.
Η Δανάη Ξενάκη είναι φυσικοθεραπεύτρια, Clinical Pilates Master Trainer και εκπαιδεύτρια επαγγελματιών στη μετάφραση των αρχών του Pilates στην κλινική πράξη. Στη Physio Edge έχει την ευθύνη για το κλινικό πλαίσιο εφαρμογής του Clinical Pilates και για την κοινή μεθοδολογία με την οποία η ομάδα αξιολογεί, σχεδιάζει, προσαρμόζει και εξελίσσει τα προγράμματα άσκησης. Έτσι, η ποιότητα της κλινικής επίβλεψης δεν εξαρτάται από ένα μόνο πρόσωπο, αλλά από ένα συνεκτικό σύστημα clinical reasoning που εφαρμόζεται από τα μέλη της ομάδας.
Το ακαδημαϊκό της υπόβαθρο στη γνωστική νευροεπιστήμη συμπληρώνει αυτή την προσέγγιση, ιδιαίτερα σε ζητήματα motor learning, feedback, συμπεριφοράς απέναντι στην κίνηση και σταδιακής ανάπτυξης μεγαλύτερης αυτονομίας στην άσκηση.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να γίνει κάθε συνεδρία πιο σύνθετη ή πιο «κλινική» από όσο χρειάζεται.
Είναι οι αποφάσεις γύρω από την άσκηση να έχουν λόγο.
Να γνωρίζουμε γιατί ξεκινάμε από ένα συγκεκριμένο επίπεδο, τι περιμένουμε να αλλάξει, πώς θα αξιολογήσουμε την απόκριση και πότε είναι η στιγμή να προχωρήσουμε.
Clinical Pilates ως διαδικασία προσαρμογής, όχι ως συλλογή ασκήσεων
Η ουσιαστική διαφορά του Clinical Pilates με κλινική επίβλεψη δεν βρίσκεται σε μία ειδική άσκηση, σε ένα συγκεκριμένο μηχάνημα ή σε μία «σωστή» τεχνική που πρέπει να εφαρμοστεί σε όλους.
Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η άσκηση επιλέγεται, δοσολογείται, παρακολουθείται και προσαρμόζεται καθώς αλλάζουν οι ανάγκες και οι δυνατότητες του ανθρώπου.
Ένα πραγματικά κλινικό πρόγραμμα δεν προσπαθεί να κρατήσει τον ασκούμενο για πάντα σε ένα «ασφαλές» επίπεδο. Στόχος είναι, όπου αυτό είναι εφικτό, να αυξάνει σταδιακά την ικανότητα για κίνηση και φόρτιση, να μειώνει την ανάγκη για εξωτερική καθοδήγηση και να ενισχύει την εμπιστοσύνη στην άσκηση.
Αν υπάρχει πόνος, προηγούμενος τραυματισμός ή αβεβαιότητα σχετικά με το πώς να ξεκινήσετε ή να εξελίξετε την άσκηση, μια αρχική φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να καθοριστεί αν χρειάζεται κλινικά επιβλεπόμενο πρόγραμμα Clinical Pilates και ποιο είναι το κατάλληλο σημείο εκκίνησης.

